βολιστικός

βολιστικός, ή, όν, ([etym.] βόλος)
A to be caught by the casting-net, Plu.2.977f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βολιστικός — ή, ό (Α βολιστικός, ή, όν) [βολίζω] νεοελλ. ο σχετικός με τη βόλιση αρχ. αυτός που μπορεί να πιαστεί στο δίχτυ …   Dictionary of Greek

  • βολιστικά — βολιστικός to be caught by the casting net neut nom/voc/acc pl βολιστικά̱ , βολιστικός to be caught by the casting net fem nom/voc/acc dual βολιστικά̱ , βολιστικός to be caught by the casting net fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολιστική — βολιστικός to be caught by the casting net fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.